συναναστροφή

συναναστροφή
-ῆς N 1 0-0-0-0-4=4 3 Mc 2,31.33; 3,5; Wis 8,16
living with, intercourse, intimate com-panionship Wis 8,16; association 3 Mc 2,31; shared conduct or
way of life 3 Mc 3,5; neol.
Cf. LARCHER 1984, 544

Lust (λαγνεία). 2014.

Игры ⚽ Поможем сделать НИР

Look at other dictionaries:

  • συναναστροφῇ — συναναστροφή living with fem dat sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναναστροφή — living with fem nom/voc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναναστροφή — η, ΝΜΑ [συναναστρέφομαι] 1. το να συναναστρέφεται, να επικοινωνεί κανείς φιλικά με άλλους, επικοινωνία, συγχρωτισμός, συντροφιά (α. «οι συναναστροφές της δεν ήταν καλές» β. «οὐ γὰρ ἔχει πικρίαν ἡ συναναστροφὴ αὐτῆς οὐδὲ ὀδύνην ἡ συμβίωσις αὐτῆς» …   Dictionary of Greek

  • συναναστροφή — η στενή κοινωνική επαφή: Δεν προσέχει τις συναναστροφές του. – Κέρδισε πολλά από τη συναναστροφή του μ αυτόν το νέο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • συναναστροφαῖς — συναναστροφή living with fem dat pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναναστροφαί — συναναστροφή living with fem nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναναστροφῆς — συναναστροφή living with fem gen sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • συναναστροφήν — συναναστροφή living with fem acc sg (attic epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • κακομιλία — κακομιλία, ἡ (Α) κακή συναναστροφή. [ΕΤΥΜΟΛ. < κακ(ο) * + ὁμιλία «συναναστροφή»] …   Dictionary of Greek

  • προσομιλητικός — ή, όν, Α [προσομιλῶ] 1. αυτός που ανήκει ή αναφέρεται στην προσομιλία* ή ο αρμόδιος για συναναστροφή 2. αυτός που γίνεται με συναναστροφή, επικοινωνία 3. το θηλ. ως ουσ. ἡ προσομιλητική (ενν. τέχνη) η τέχνη τής συναναστροφής με τους άλλους… …   Dictionary of Greek

  • συνουσία — η, ΝΜΑ, και αττ. τ. ξυνουσία, και ιων. τ. συνουσίη, Α 1. (για πρόσ.) η σαρκική επαφή αρσενικού και θηλυκού, γενετήσια πράξη (α. «φυσιολογική συνουσία» β. «εἰμὶ καθαρὰ καὶ ἁγνὴ ἀπ ἀνδρὸς συνουσίας», Δημοσθ.) 2. (για ζώα) οχεία, βάτεμα, ζευγάρωμα… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”